βουλεύς

βουλ-εύς, έως, , Counsellor, title of Zeus, SIG1024.17 ([place name] Myconos).

Greek-English dictionary (Αγγλικά Ελληνικά-λεξικό). 2014.

Look at other dictionaries:

  • Βουλεύς — masc nom sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • Βουλῆ — Βουλεύς masc nom/voc/acc dual Βουλεύς masc acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • Βουλῆς — Βουλεύς masc nom pl Βουλεύς masc nom/voc pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • βουλῆς — βουλεύς masc nom pl βουλεύς masc nom/voc pl βουλή will fem gen sg (attic epic ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • Βουλέων — Βουλεύς masc gen pl Βουλέω̆ν , Βουλεύς masc gen pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • βουλέων — βουλεύς masc gen pl βουλέω̆ν , βουλεύς masc gen pl βουλή will fem gen pl (epic ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • Βουλᾶς — Βουλεύς masc acc pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • βουλᾶς — βουλεύς masc acc pl βουλή will fem gen sg (doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • Βουλῆι — Βουλεύς masc dat sg (epic ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • βουλῆι — βουλεύς masc dat sg (epic ionic) βουλῇ , βουλή will fem dat sg (attic epic ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ευβουλεύς — εὐβουλεύς, ὁ (Α) (κυρίως ως επίθετο τού Διός και άλλων θεών) αυτός που δίνει ορθές συμβουλές. [ΕΤΥΜΟΛ. < ευ + βουλεύς «σύμβουλος] …   Dictionary of Greek

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.